συντονίζω
ρήμα1. Φροντίζω ώστε διάφορα άτομα, ομάδες ή στοιχεία να συνεργάζονται αποτελεσματικά, καθορίζοντας ρόλους, χρόνους και τρόπους δράσης για ομαλή και συνεπή λειτουργία.
Συνώνυμα
συγχρονίζω κουρδίζω εναρμονίζω οργανώνω διοργανώνω διευθύνω κατευθύνω καθοδηγώ ρυθμίζω ενορχηστρώνω οδηγώ επιμελούμαι προετοιμάζω κουμαντάρω προγραμματίζω διαχειρίζομαι ενοποιώ διευθετώ εναρμονίζομαι επιβλέπω διοικώ κανονίζω τακτοποιώ διατάζω διεξάγω εποπτεύω ηγούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συντονίζω την ομάδα για να ολοκληρώσουμε το έργο στην ώρα του.
- Στην εκπομπή, συντονίζω το ραδιόφωνο στη σωστή συχνότητα για να πιάσω τον σταθμό.
- Σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, συντονίζω τις προσπάθειες διασωστών και εθελοντών.
- Στη συναυλία, συντονίζω τους μουσικούς ώστε το σύνολο να παίζει ρυθμικά και αρμονικά.
- Για αυτήν την παρουσίαση, συντονίζω την προβολή και τον ήχο με τον ομιλητή.