συνδυασμός
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της ένωσης δύο ή περισσότερων στοιχείων, χαρακτηριστικών ή παραγόντων σε ένα ενιαίο σύνολο.
2. Συγκεκριμένο σύνολο ή μίγμα στοιχείων που προκύπτει από αυτήν την ένωση και εμφανίζει κοινά ή συμπληρωματικά χαρακτηριστικά.
Συνώνυμα
σύνθεση μείγμα ανάμειξη μίξη ένωση συνένωση συνασπισμός ταιριάσμα συνέργεια σετ μίγμα συνεργασία συνάθροιση συγκέντρωση σχηματισμός συγκρότημα πλέξη κοκτέιλ κόμμα ματς σύζευξη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συνδυασμός μπαχαρικών έδωσε στο πιάτο έντονη γεύση.
- Ο συνδυασμός μπλε και κίτρινου δημιούργησε ένα φωτεινό αποτέλεσμα.
- Ένας καλός συνδυασμός γνώσης και εμπειρίας είναι απαραίτητος για τη θέση.
- Ο συνδυασμός βροχής και δυνατού ανέμου προκάλεσε σοβαρές ζημιές.
- Ξέχασα τον συνδυασμό του λουκέτου και δεν μπόρεσα να ανοίξω την πόρτα.