συμπαράταξη

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή πράξη κατά την οποία άτομα, ομάδες ή οργανώσεις ενώνουν δυνάμεις και τοποθετούνται σε κοινό μέτωπο ή κατεύθυνση δράσης και υποστήριξης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συμπαράταξη των πολιτικών δυνάμεων ανακοίνωσε κοινό πρόγραμμα.
  • Ζήτησαν συμπαράταξη από τους γείτονες για την προστασία του πάρκου.
  • Στη σύγκρουση η συμπαράταξη των συμμάχων αποδείχθηκε κρίσιμη.
  • Οι διαδηλωτές αναζήτησαν συμπαράταξη από άλλες οργανώσεις για να ενισχύσουν το αίτημά τους.
  • Στον εταιρικό σχεδιασμό, η συμπαράταξη τμημάτων βελτίωσε την αποδοτικότητα.