συμμετοχή
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή κατάσταση κατά την οποία κάποιος παίρνει μέρος σε μια δραστηριότητα, εκδήλωση ή διαδικασία, με παρουσία ή δράση.
2. Το επίπεδο ή ο βαθμός εμπλοκής προσώπων ή ομάδων σε κοινή προσπάθεια, συζήτηση ή απόφαση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμμετοχή των μαθητών στο σεμινάριο ήταν εντυπωσιακή.
- Ζητήσαμε τη συμμετοχή των γονέων στη σχολική εκδρομή.
- Η οικονομική συμμετοχή των χορηγών κάλυψε τα έξοδα.
- Η επιβεβαίωση της συμμετοχής σας γίνεται μέσω της ηλεκτρονικής φόρμας.
- Η συμμετοχή του επενδυτή στο μετοχικό κεφάλαιο είναι 15%.