συμβάλλω

ρήμα

1. Δίνω μέρος των δυνατοτήτων, πόρων ή ενεργειών μου προς έναν κοινό σκοπό ή έργο, ώστε να στηριχθεί ή να ολοκληρωθεί.

2. Δρω με τρόπο που προάγει, επηρεάζει ή συντελεί στην εκδήλωση ή την εξέλιξη ενός αποτελέσματος ή κατάστασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην ομάδα εργασίας συμβάλλω με ιδέες και λύσεις.
  • Κάθε μήνα συμβάλλω οικονομικά στο ταμείο του σχολείου.
  • Με την καθημερινή άσκηση συμβάλλω στη βελτίωση της υγείας μου.
  • Με τις προτάσεις μου συμβάλλω στην πολυπλευρική ανάπτυξη του προγράμματος.
  • Για να ολοκληρωθεί το έργο, εγώ συμβάλλω ενεργά.
  • Με τη συνεχή ενημέρωση συμβάλλω στο να λαμβάνονται σωστές αποφάσεις.