συγκεχυμένος
επίθετο1. Που δεν έχει ξεκάθαρη δομή, όρια ή νόημα, με αποτέλεσμα να δυσκολεύει η κατανόηση ή η ερμηνεία ενός πράγματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σαφής ξεκάθαρος συγκεκριμένος κατανοητός συγκροτημένος ευκρινής καθαρός διαυγής ξεκαθαρισμένος οργανωμένος ευδιάκριτος συνεκτικός εμφανής διάφανος οφθαλμοφανής λογικός συστηματικός κατασταλαγμένος σταθερός αχανής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαθητής ήταν συγκεχυμένος μετά την εξήγηση του προβλήματος.
- Ο οδηγός έμεινε συγκεχυμένος από τις αντικρουόμενες οδηγίες του GPS.
- Ο διάλογος στο βιβλίο είναι συγκεχυμένος και μπερδεύει τον αναγνώστη.
- Ο χάρτης στον δρόμο ήταν συγκεχυμένος, γι' αυτό χάσαμε τον προορισμό.
- Ο νόμος φαίνεται συγκεχυμένος σχετικά με τις νέες ρυθμίσεις.