προσπάθεια

ουσιαστικό

1. Σωματική ή πνευματική ενέργεια που καταβάλλεται με σκοπό την επίτευξη κάποιου στόχου, συνήθως απαιτώντας κόπο, συγκέντρωση ή συνέπεια.

2. Ενέργεια ή σειρά ενεργειών που επιχειρείται προς πραγματοποίηση ενός σκοπού, ανεξάρτητα από την τελική έκβαση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έκανα μια μεγάλη προσπάθεια για να περάσω τις εξετάσεις.
  • Η προσπάθεια της ομάδας αποδείχθηκε καθοριστική για τη νίκη.
  • Δεν αξίζει να συνεχίζεις αυτή την προσπάθεια αν δεν υπάρχει πρόοδος.
  • Με λίγες προσπάθειες ακόμα, θα ολοκληρώσουμε το έργο.
  • Η προσπάθεια αποκαλύπτει τις πραγματικές ικανότητες κάθε ανθρώπου.