προσοχή
ουσιαστικό1. Η συγκέντρωση της νοητικής δραστηριότητας και των αισθήσεων σε ένα αντικείμενο, γεγονός ή εργασία με σκοπό την παρατήρηση, την αντίληψη ή την κατανόηση.
Συνώνυμα
προσεκτικότητα εστίαση εγρήγορση επιμέλεια φροντίδα μέριμνα προειδοποίηση επιφύλαξη επιφυλακή παρατηρητικότητα ενδιαφέρον σύνεση συγκέντρωση επιφυλακτικότητα προσήλωση παρακολούθηση σημασία επίβλεψη παρατήρηση προνοητικότητα πρόνοια σπουδή ευλάβεια επίγνωση επαγρύπνηση ευσυνειδησία καθήλωση περίθαλψη σχολαστικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Να έχετε προσοχή, το δάπεδο είναι ολισθηρό.
- Δώσε προσοχή στη διάλεξη για να καταλάβεις τα βασικά.
- Άνοιξε το πακέτο με προσοχή για να μην χαλάσεις τα ευαίσθητα αντικείμενα.
- Η εργασία απαιτεί προσοχή στις λεπτομέρειες.
- Το τραγούδι τράβηξε την προσοχή του κοινού.