προβολή
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της απεικόνισης φωτός, εικόνων ή οπτικού περιεχομένου πάνω σε επιφάνεια ή οθόνη.
2. Δημόσια ή οργανωμένη παρουσίαση ταινίας, παράστασης ή οπτικοακουστικού έργου προς κοινό.
Συνώνυμα
επίδειξη παρουσίαση απεικόνιση δημοσιότητα έκθεση διαφήμιση προώθηση ανάδειξη παράσταση αυτοπροβολή προεξοχή απεικονισμός εκπομπή εμφάνιση προοπτική πρόβλεψη αναπαραγωγή θέαση προαγωγή αποτύπωση επιρρίψη χαρτογράφηση έκδοση βιτρίνα εκτόξευση δημοσιοποίηση διάδοση ώθηση προπαγάνδα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προβολή της ταινίας θα γίνει απόψε στο σινεμά.
- Η εταιρεία επένδυσε στην προβολή του προϊόντος μέσω τηλεοπτικών διαφημίσεων.
- Στη γεωμετρία, η προβολή ενός σημείου στον άξονα είναι η συντεταγμένη x.
- Στην ψυχολογία, η προβολή είναι μηχανισμός άμυνας όπου κάποιος αποδίδει στους άλλους τα δικά του αρνητικά συναισθήματα.
- Σε αυτήν την προβολή του χάρτη, οι περιοχές κοντά στους πόλους φαίνονται μεγαλύτερες.