πολίτευμα
ουσιαστικό1. Μορφή ή σύστημα οργάνωσης και άσκησης της πολιτικής εξουσίας σε ένα κράτος, που καθορίζει ποιος κυβερνά, με ποιες διαδικασίες και με ποιους κανόνες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πολίτευμα της χώρας είναι δημοκρατικό και βασίζεται στον σεβασμό των δικαιωμάτων.
- Μετά την επανάσταση, το πολίτευμα αντικαταστάθηκε και θεσπίστηκε νέο Σύνταγμα.
- Το πολίτευμα της αρχαίας Αθήνας ήταν γνωστό για την άμεση συμμετοχή των πολιτών.
- Οι αλλαγές στο πολίτευμα πρέπει να γίνονται μέσα από θεσμικές διαδικασίες.
- Κάποιοι θεωρούν ότι το σημερινό πολίτευμα ευνοεί τις ελίτ.