ποθώ
ρήμα1. Εκδηλώνω έντονη επιθυμία ή λαχτάρα για κάτι ή κάποιον.
2. Αναζητώ ή επιδιώκω με νοσταλγία την παρουσία, την απόκτηση ή την εμπειρία που λείπει.
3. Νιώθω έντονο συναισθηματικό ή ερωτικό ενδιαφέρον, συνήθως με επίμονη ή βαθιά ένταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- ποθώ την αγκαλιά της κάθε βράδυ.
- ποθώ το φαγητό που μαγείρεψε η γιαγιά.
- ποθώ την ελευθερία περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
- ποθώ το παλιό σπίτι όπου μεγάλωσα.
- ποθώ να ταξιδέψω σε μέρη που δεν έχω ξαναδεί.
- ποθώ το βλέμμα της όταν με κοιτάει.