πεινάω

ρήμα

1. Αισθάνομαι ανάγκη για τροφή εξαιτίας έλλειψης θρεπτικών ουσιών ή ενέργειας, συχνά συνοδευόμενη από φυσιολογικά ή υποκειμενικά συμπτώματα (π.χ. κοιλιακή ενόχληση, αδυναμία, λαχτάρα για φαγητό).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

χορταίνω χορτάζω κορεάζομαι ικανοποιούμαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Πεινάω, ας πάμε να φάμε.
  • Μετά την προπόνηση, θα πεινάω πολύ.
  • Ο μικρός φώναξε «πεινάω», οπότε του έδωσαν ένα σνακ.
  • Πεινάω για ταξίδια και νέες εμπειρίες.
  • Όταν δουλεύω πολλές ώρες χωρίς διάλειμμα, πεινάω για λίγη ηρεμία.