περάτωση

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του να φέρνεται κάτι στο τέλος, ύστερα από την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών ή διαδικασιών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η περάτωση του έργου καθυστέρησε λόγω των έντονων βροχοπτώσεων.
  • Για την περάτωση των σπουδών του χρειάστηκε να υποβάλει τη διπλωματική εργασία.
  • Η περάτωση της δίκης σηματοδότησε το τέλος της δικαστικής διαδρομής.
  • Απαιτείται επίσημο πρωτόκολλο για την περάτωση της σύμβασης και την παράδοση των εγγράφων.
  • Η περάτωση των εργασιών συντήρησης επιτεύχθηκε εντός του προβλεπόμενου χρόνου.