πειραγμένος

επίθετο

1. Που έχει υποστεί επέμβαση, τροποποίηση ή αλλοίωση από τρίτο πρόσωπο ή εξωτερική παρέμβαση.

2. Που έχει παραποιηθεί ή ρυθμιστεί τεχνητά ώστε να αλλάζει η λειτουργία ή η εμφάνιση (π.χ. συσκευή, όχημα, αρχείο).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μετρητής της ΔΕΗ είναι πειραγμένος.
  • Ο αγώνας φαίνεται πειραγμένος υπέρ ενός από τους συμμετέχοντες.
  • Ο καφές μου ήταν πειραγμένος και ένιωσα αδιαθεσία.
  • Ο κινητήρας του αυτοκινήτου είναι πειραγμένος για περισσότερη ιπποδύναμη.
  • Ο υπολογιστής στο γραφείο είναι πειραγμένος και στέλνει δεδομένα χωρίς την άδειά μας.
  • Ο φίλος μου είναι λίγο πειραγμένος, έχει παράξενες εμμονές.