πειθαρχία
ουσιαστικό1. Η συνειδητή ή επιβαλλόμενη τήρηση προτύπων, κανόνων και ορθών συμπεριφορών που διασφαλίζει τάξη, αυτοέλεγχο και συστηματική λειτουργία σε άτομα ή ομάδες.
Συνώνυμα
υπακοή τάξη αυτοπειθαρχία αυτοέλεγχος ευταξία πειθαρχικότητα συμπεριφορά αυτοκυριαρχία συστηματικότητα συμμόρφωση υποταγή εγκράτεια μεθοδικότητα ασκητικότητα αυστηρότητα μετριοπάθεια σχολαστικότητα
Αντώνυμα
ανυπακοή απειθαρχία αταξία ανταρσία ασυδοσία αναρχία ανομία ατακτικότητα ασυνέπεια ανοργάνωση χαοτικότητα χαλαρότητα αυθαιρεσία
Παραδείγματα χρήσης
- Η πειθαρχία στην καθημερινή άσκηση τον βοήθησε να βελτιωθεί.
- Στο στράτευμα, η πειθαρχία τηρείται αυστηρά.
- Ως επιστημονική πειθαρχία, η φυσική απαιτεί μαθηματική επάρκεια.
- Ο εργαζόμενος αντιμετώπισε πειθαρχία για παραβιάσεις των κανονισμών.
- Η πειθαρχία στην προπόνηση έφερε καλύτερα αποτελέσματα στην ομάδα.