παύομαι
ρήμα1. Διακόπτω τη συνέχιση μιας ενέργειας, λειτουργίας ή δραστηριότητας ή παύω να την εκτελώ από το ίδιο το υποκείμενο.
2. Υποβάλλομαι σε παύση ή αναστολή λόγω εξωτερικής ενέργειας ή απόφασης, οπότε διακόπτεται η άσκηση καθηκόντων, ρόλου ή υπηρεσίας.
Συνώνυμα
σταματώ σταματάω σταματιέμαι παύω διακόπτω διακόπτομαι λήγω κοπάζω τελειώνω τερματίζω τερματίζομαι σβήνω κόβω παρατάω υποχωρώ εκλείπω αναστέλλομαι ακυρώνομαι καταργούμαι σιωπώ εκπίπτω αδρανοποιούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ, όταν διαβάζω, παύομαι να ασχολούμαι με το κινητό.
- Μόλις νιώθω ότι βελτιώνομαι, παύομαι να φοβάμαι.
- Μετά τις εξηγήσεις του, παύομαι να αμφιβάλλω για την απόφασή του.
- Αφού τελείωσα τις προετοιμασίες, παύομαι να αγχώνομαι για την παρουσίαση.
- Με τον καιρό παύομαι να δίνω σημασία σε ασήμαντα σχόλια.