παραποιώ
ρήμα1. Τροποποιώ ή αλλοιώνω κάτι (κείμενο, εικόνα, ήχο, αντικείμενο) ώστε να αποκλίνει από την αρχική ή αληθινή μορφή του.
Συνώνυμα
πλαστογραφώ παραχαράζω παραχαράσσω νοθεύω αλλοιώνω διαστρέφω πειράζω χειραγωγώ διαστρεβλώνω παραπληροφορώ παρερμηνεύω συγκαλύπτω στρίβω μαγειρεύω διαφθείρω μασκάρω παραμορφώνω παραλλάσσω μεταποιώ ψαλιδίζω κατασκευάζω συσκοτίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν παραποιώ ποτέ τα επίσημα έγγραφα.
- Όταν παραποιώ μια φωτογραφία, αλλάζει το νόημά της.
- Δεν παραποιώ τα λόγια των άλλων για να κερδίσω πλεονέκτημα.
- Αν παραποιώ τα αποτελέσματα του πειράματος, τα συμπεράσματα θα είναι λανθασμένα.
- Δεν παραποιώ τα τρόφιμα αναμιγνύοντας φτηνά συστατικά με τα ακριβά.