παραγωγός

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο, οργανισμός ή επιχείρηση που παράγει αγαθά ή υπηρεσίες προοριζόμενα για κατανάλωση, διάθεση ή πώληση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο παραγωγός πούλησε τα μήλα του στη λαϊκή αγορά.
  • Η παραγωγός της ταινίας φρόντισε για τα γυρίσματα και τον προϋπολογισμό.
  • Η εταιρεία είναι παραγωγός ιατρικού εξοπλισμού.
  • Ο θερμοηλεκτρικός σταθμός είναι παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας.
  • Στην τροφική αλυσίδα, ο παραγωγός (όπως τα φυτά) μετατρέπει την ηλιακή ενέργεια σε οργανική ύλη.