παρουσιαστής

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που παρουσιάζει, συντονίζει και ανακοινώνει το περιεχόμενο σε τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή, καθοδηγεί τη ροή και επικοινωνεί με το κοινό και τους καλεσμένους.

Συνώνυμα

παρουσιάστρης οικοδεσπότης συντονιστής εκφωνητής ανακοινωτής συμπαρουσιαστής δημοσιογράφος παραγωγός σχολιαστής ομιλητής οδηγός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο παρουσιαστής του δελτίου ειδήσεων ανακοίνωσε τα τελευταία νέα.
  • Στο γάμο, ο παρουσιαστής έκανε χιουμοριστικές ανακοινώσεις και κράτησε το κέφι ψηλά.
  • Στο συνέδριο, ο παρουσιαστής εισήγαγε τους ομιλητές και διαχειρίστηκε τις ερωτήσεις του κοινού.
  • Η εκπομπή απέκτησε νέο παρουσιαστή αυτή τη σεζόν.
  • Οι παρουσιαστές της εκδήλωσης συντόνισαν τις διαφορετικές ενότητες του προγράμματος.