πομπός

ουσιαστικό

1. Συσκευή ή όργανο που εκπέμπει και μεταδίδει ηλεκτρομαγνητικά σήματα, όπως ραδιοκύματα ή τηλεοπτικά σήματα.

2. Εγκατάσταση ή σταθμός που εκπέμπει ραδιοφωνικά ή τηλεοπτικά προγράμματα προς ευρεία ακρόαση ή θέαση.

Συνώνυμα

μεταδότης εκπεμπτής αποστολέας πηγή ομιλητής φορέας αναμεταδότης διαβιβαστής σταθμός γεννήτρια αφηγητής εκφωνητής παραγωγός ράδιο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πομπός του ραδιοφώνου μεταδίδει μουσική σε όλη την περιοχή.
  • Στο γράμμα δεν αναγραφόταν ο πομπός, μόνο ο παραλήπτης.
  • Κατά τη δοκιμή του εξοπλισμού, ο πομπός εκπέμπησε υπερηχητικά κύματα.
  • Ο πομπός με το λάβαρο προπορευόταν στην περιφορά της εικόνας.
  • Ο τεχνικός επισκεύασε τον πομπό της τηλεοπτικής κεραίας στο βουνό.