παράνομος
επίθετο1. Που παραβαίνει το νομοθετικό πλαίσιο ή τις νομικές διατάξεις.
2. Που εκτελείται ή υφίσταται χωρίς την απαιτούμενη άδεια, εξουσιοδότηση ή τυπική νομιμοποίηση.
Συνώνυμα
έκνομος άνομος λαθραίος παράτυπος παραβατικός αθέμιτος απαγορευμένος αυθαίρετος εγκληματικός ποινικός εγκληματίας παραβάτης κατάδικος λαθραία ανεπίτρεπτος άδικος υπόγειος άκυρος
Αντώνυμα
νόμιμος έννομος νομότυπος νομοταγής νομιμότατος θεμιτός αστυνομικός νομικός κανονικός σύννομος επιτρεπτός έγκυρος αποδεκτός εξουσιοδοτημένος παραδεδεγμένος παραδεκτός εγκεκριμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Η παράνομη αναπαραγωγή μουσικού υλικού χωρίς άδεια διώκεται ποινικά.
- Το συμβόλαιο κηρύχθηκε παράνομο από το δικαστήριο.
- Οι παράνομοι έμποροι πωλούσαν πλαστά προϊόντα στην αγορά.
- Η στάθμευση πάνω στο πεζοδρόμιο είναι παράνομη.
- Ο παράνομος συνελήφθη από την αστυνομία.