παλαβομάρα

ουσιαστικό

Κατάσταση ή πράξη που χαρακτηρίζεται από παρορμητική, ασυνήθιστη ή υπερβολική συμπεριφορά και ιδέες, εκδηλώνοντας έλλειψη λογικής κρίσης ή σοβαρότητας και συχνά αντιμετωπιζόμενη με χιούμορ ή αποδοκιμασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παλαβομάρα όλης της υπόθεσης δεν είχε τέλος.
  • Μου ήρθε μια παλαβομάρα και έβαψα τα μαλλιά μου μπλε.
  • Άφησε αυτή τη παλαβομάρα και σοβάρεψε.
  • Η παλαβομάρα του χτες με έκανε να ανησυχήσω.
  • Οι παλαβομάρες που λένε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με κουράζουν.