παθιασμένος
επίθετο1. Που αισθάνεται ή εκδηλώνει έντονο πάθος, ισχυρά συναισθήματα ή βαθιά αφοσίωση προς κάτι ή κάποιον.
2. Που ενεργεί ή συμπεριφέρεται με ζωηρό ενθουσιασμό, αποφασιστική συμμετοχή και μεγάλη ένταση σε μια δραστηριότητα ή ιδέα.
Συνώνυμα
ένθερμος φλογερός θερμός ενθουσιώδης ενθουσιασμένος αφοσιωμένος φανατικός εκστατικός πύρινος θερμόαιμος σφοδρός μανιακός κολλημένος καμμένος παρορμητικός συναισθηματικός ερωτευμένος προσκολλημένος λυσσαλέος ορμητικός ερωτικός έντονος εραστής δυναμικός εκδηλωτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος είναι παθιασμένος με τη Μαρία και το δείχνει σε κάθε ευκαιρία.
- Η Μαρία είναι παθιασμένη με τη ζωγραφική και ξοδεύει ώρες στο εργαστήριό της.
- Οι νέοι ακτιβιστές είναι παθιασμένοι με την προστασία του περιβάλλοντος.
- Ο καθηγητής έδωσε έναν παθιασμένο λόγο που συγκίνησε το κοινό.
- Η ομάδα εργάζεται με παθιασμένη αφοσίωση για να πετύχει τους στόχους της.