παίζω

ρήμα

1. Συμμετέχω σε παιχνίδι ή ψυχαγωγική δραστηριότητα, ακολουθώντας κανόνες ή ελεύθερο πλαίσιο, για διασκέδαση, άθληση ή μάθηση.

2. Παράγω μουσικούς ήχους με μουσικό όργανο ή τη φωνή, εκτελώντας μελωδίες ή αυτοσχεδιάζοντας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο σχολείο παίζω ποδόσφαιρο με τους φίλους μου.
  • Η Μαρία παίζει πιάνο κάθε μέρα.
  • Στο ραδιόφωνο παίζουν το νέο τραγούδι.
  • Ο ηθοποιός παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση.
  • Μην παίζεις με τα συναισθήματά μου.