οργισμένος
επίθετο1. Που αισθάνεται ή εκδηλώνει έντονο θυμό.
2. Που συμπεριφέρεται ή εκφράζεται με σφοδρότητα ή αυστηρότητα λόγω του θυμού.
3. Που παρουσιάζει έντονη, θυμώδη έκφραση στη φωνή, στα βλέμματα ή στις πράξεις, συχνά προκαλώντας φόβο ή ενόχληση.
Συνώνυμα
θυμωμένος εξοργισμένος εξαγριωμένος αγριεμένος μαινόμενος έξαλλος παροξυσμένος τσαντισμένος φουρκισμένος νευριασμένος εκνευρισμένος αγανακτισμένος θυμώδης στραβωμένος ταραγμένος αναστατωμένος έντονος πικραμένος δυσαρεστημένος θιγμένος σκασμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας ήταν οργισμένος όταν έμαθε για το ατύχημα.
- Η καθηγήτρια ήταν οργισμένη όταν είδε ότι οι μαθητές αντέγραψαν στα διαγωνίσματα.
- Οι οργισμένοι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν έξω από το δημαρχείο.
- Ένα οργισμένο κύμα χτύπησε το λιμάνι και κατέστρεψε τα δίχτυα.
- Η φωνή του έγινε οργισμένη όταν τον κατηγόρησαν άδικα.