ομοιομορφία
άλλοΚατάσταση κατά την οποία τα στοιχεία ενός συνόλου έχουν κοινά χαρακτηριστικά ή παρουσιάζουν την ίδια μορφή, εμφάνιση ή συμπεριφορά.
Συνώνυμα
ομοιογένεια ομοιοτυπία ομοιότητα ενιαίοτητα ενότητα ομοιομορφισμός ταυτότητα ομαλότητα σταθερότητα μονοτονία μονομορφία εναρμόνιση συμβατότητα συμμετρία
Αντώνυμα
ποικιλία ποικιλομορφία ετερογένεια ανομοιογένεια ανομοιομορφία διαφοροποίηση διαφορετικότητα ατομικότητα ετερότητα ιδιαιτερότητα δημιουργικότητα ιδίωμα πρωτοτυπία φάσμα ιδιομορφία παραλλαγή ανισότητα ανισομορφία πολυμορφία κλίμακα μοναδικότητα αναντιστοιχία ανισορροπία αντιδιαστολή μεταβλητότητα διαφορά αμορφία καινοτομία πειραματισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομοιομορφία των προϊόντων στη γραμμή παραγωγής εξασφαλίζει σταθερή ποιότητα.
- Η ομοιομορφία στο ενδυματολόγιο του σχολείου προάγει το αίσθημα του ανήκειν, αλλά μειώνει την ατομική έκφραση.
- Οι καθηγητές ζήτησαν ομοιομορφία στα κριτήρια αξιολόγησης για να μην υπάρχουν αποκλίσεις στις βαθμολογίες.
- Στη φυσική, η ομοιομορφία της κατανομής του πεδίου σημαίνει ότι οι ιδιότητες δεν εξαρτώνται από τη θέση.
- Η ομοιομορφία ενός ύφους σε ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να κάνει το κείμενο συνεκτικό αλλά και μονολιθικό.