οδηγός
ουσιαστικό1. Άτομο που χειρίζεται και κατευθύνει όχημα (π.χ. αυτοκίνητο, λεωφορείο, φορτηγό, μοτοσικλέτα) για τη μετακίνηση επιβατών ή φορτίου.
Συνώνυμα
εγχειρίδιο σοφέρ καθοδηγητής μέντορας ξεναγός πιλότος χειριστής ταξιτζής λεωφορειοδηγός πλοηγός συνοδός συντονιστής ηγεμών ηγέτης κατευθυντήρας δείκτης βιβλίο οδηγία μπροστάρης συνταγή σύμβουλος κινητήρας βοήθημα καθοδήγηση φυλλάδιο ευρετήριο παρουσιαστής προδιαγραφή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο οδηγός του λεωφορείου ανακοίνωσε την επόμενη στάση.
- Η οδηγός του ταξί μας ρώτησε πού θέλουμε να πάμε.
- Ο οδηγός μας ξενάγησε στα μνημεία της πόλης.
- Ο οδηγός χρήσης περιλαμβάνει όλες τις οδηγίες εγκατάστασης.
- Το ένστικτό της λειτούργησε ως οδηγός στις δύσκολες αποφάσεις.