φυλλάδιο
ουσιαστικό1. Μικρό έντυπο, συνήθως λεπτό και χωρίς βιβλιοδεσία, που περιέχει πληροφορίες, οδηγίες ή διαφημιστικό περιεχόμενο.
Συνώνυμα
τρικάκι μπροσούρα έντυπο διαφημιστικό ενημερωτικό προκήρυξη προωθητικό φύλλο μονοσέλιδο οδηγός εγχειρίδιο κατάλογος δελτίο εφημερίδα τεύχος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μοίρασαν φυλλάδια με πληροφορίες για το συνέδριο στην είσοδο.
- Διάβασα το φυλλάδιο οδηγιών πριν πάρω το φάρμακο.
- Το φυλλάδιο του τουριστικού γραφείου περιέχει χάρτες και διαδρομές.
- Η μαθήτρια ετοίμασε ένα φυλλάδιο για την οικολογική εκστρατεία του σχολείου.
- Στον δρόμο μοιράζονταν φυλλάδια της προεκλογικής εκστρατείας.