μπαρούφα
ουσιαστικό1. Λόγος, δήλωση ή ιδέα που στερείται λογικής και αξιοπιστίας και κρίνεται αβάσιμη ή γελοία.
2. Αναφορά ή αφήγηση που παρουσιάζεται ως σοβαρή αλλά δεν έχει βάση στην πραγματικότητα και πιθανώς αποσκοπεί στην παραπλάνηση ή στην εντύπωση.
Συνώνυμα
μπούρδα αρλούμπα παπαριά παπαριές βλακεία ανοησία ασυναρτησία μαλακία ηλιθιότητα αερολογία κουταμάρα παραμύθι ψέμα ψευτιά μπαρουφολογία μπουρδολογία φούσκα γελοιότητα ψεύδος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αυτό που λες είναι μπαρούφα.
- Μην πιστεύεις κάθε μπαρούφα που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο.
- Η εξήγησή του για το σφάλμα ήταν απλή μπαρούφα.
- Η υπόσχεσή του ότι θα λύσει το πρόβλημα μέσα σε μία μέρα ήταν μπαρούφα.
- Η θεωρία που παρουσίασε αποδείχθηκε μπαρούφα μετά από λίγη έρευνα.