μοχθώ
ρήμα1. Καταβάλλω σωματική ή πνευματική προσπάθεια με έντονο κόπο, εργάζομαι επίπονα για να ολοκληρώσω μια εργασία ή να επιτύχω έναν στόχο.
2. Υπομένω στερήσεις, εξάντληση ή ταλαιπωρία εξαιτίας της απαιτητικής απασχόλησης ή των δυσμενών συνθηκών.
Συνώνυμα
κοπιάζω πασχίζω δουλεύω εργάζομαι παλεύω ιδρώνω αγκομαχώ αγωνίζομαι κακοπαθαίνω πονάω προσπαθώ κουράζομαι βασανίζομαι σκοτώνομαι τσακίζομαι ταλαιπωρούμαι τραβάω υποφέρω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί μοχθώ στο χωράφι κάτω από τον καυτό ήλιο.
- Για να πετύχω στις εξετάσεις, μοχθώ ασταμάτητα κάθε μέρα.
- Μοχθώ να διατηρήσω την ψυχραιμία μου όταν οι καταστάσεις γίνονται δύσκολες.
- Μοχθώ για την οικογένειά μου, ώστε να μην της λείψει τίποτα.
- Στην τέχνη μοχθώ πολλές ώρες για να τελειοποιήσω κάθε λεπτομέρεια.