μοναχικότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση στην οποία ένα άτομο βρίσκεται μόνο του ή στερείται κοινωνικής παρέας και επικοινωνίας με άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά το διαζύγιο, η μοναχικότητα τον πλήγωνε βαθιά.
  • Απόλαυσε τη μοναχικότητα του βουνού για λίγες ημέρες.
  • Η μοναχικότητα των ηλικιωμένων στην πόλη ήταν εμφανής.
  • Η μοναχικότητα είναι συχνά πηγή έμπνευσης για τον συγγραφέα.
  • Οι γιατροί συζήτησαν τις επιπτώσεις της μοναχικότητας στην ψυχική υγεία.