μοιράζω

ρήμα

1. Χωρίζω ένα σύνολο σε μερίδες και παραδίδω κάθε μερίδα σε διαφορετικά πρόσωπα, ομάδες ή τόπους.

2. Δίνω αντικείμενα, υλικά αγαθά ή πληροφορίες σε πολλούς παραλήπτες, συνήθως για χρήση ή κατοχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δασκάλα μοιράζει τα βιβλία στους μαθητές.
  • Σου μοιράζω τα νέα από τη συνάντηση.
  • Εμείς μοιράζουμε τον λογαριασμό ισότιμα.
  • Ο προπονητής μοιράζει ρόλους και καθήκοντα στην ομάδα.
  • Στην εκδήλωση μοιράστηκαν δώρα στους καλεσμένους.