μειώνω

ρήμα

1. Κάνω κάτι να γίνει μικρότερο σε μέγεθος, ποσότητα, αριθμό ή βαθμό σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση.

2. Ελαττώνω την ένταση, τη σφοδρότητα ή την έκταση ενός φαινομένου ή μιας κατάστασης (π.χ. θόρυβος, θερμοκρασία, ρυθμός).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο σπίτι, μειώνω την κατανάλωση ενέργειας κλείνοντας τα φώτα.
  • Στη δουλειά, μειώνω την ταχύτητα του μηχανήματος για να αποφύγω λάθη.
  • Στο κατάστημα, μειώνω την τιμή του προϊόντος για μια προσφορά.
  • Με την πάροδο του χρόνου, μειώνω τον πόνο με καθημερινές ασκήσεις.
  • Σε κάθε έργο, μειώνω τον κίνδυνο με σωστό προγραμματισμό.