μεγαλοπρεπής
επίθετο1. Που παρουσιάζει επιβλητική και λαμπρή όψη ή μορφή, προκαλώντας δέος και σεβασμό λόγω της μεγαλοσύνης και της εντυπωσιακής παρουσίας.
2. Που εκδηλώνει αξιοπρέπεια και επιβλητικό, σεβάσμιο ύφος στη συμπεριφορά ή στις πράξεις.
Συνώνυμα
μεγαλόπρεπος μεγαλειώδης επιβλητικός αρχοντικός αγέρωχος λαμπρός λαμπερός πολυτελής αξιοπρεπής εκθαμβωτικός πομπώδης στομφώδης βασιλικός ένδοξος θεϊκός υψηλότατος φαντασμαγορικός θεαματικός επίσημος λαμπρότατος υπέροχος περήφανος υπερήφανος σεβάσμιος σοβαροφανής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μεγαλοπρεπής ναός δεσπόζει στην πλατεία εδώ και αιώνες.
- Η μεγαλοπρεπής τελετή συγκίνησε όλους τους παρευρισκόμενους.
- Το μουσείο φιλοξενεί ένα μεγαλοπρεπές άγαλμα στην είσοδο.
- Οι μεγαλοπρεπείς περγαμηνές του μοναστηριού μαρτυρούν πλούσια ιστορία.
- Η συμπεριφορά του ήταν μεγαλοπρεπής, ήρεμη και γεμάτη αξιοπρέπεια.