μικρούλης
επίθετο1. Που είναι μικρός σε μέγεθος, έκταση ή βαθμό σε σχέση με το συνηθισμένο ή αναμενόμενο.
2. Που εκφράζει μικρότητα με στοργικό, υποκοριστικό ή παιγνιώδη ύφος.
Συνώνυμα
μικράκι μικρός λιλιπούτειος μικροσκοπικός πιτσιρίκος κοντοχαμένος μωρό μινιατούρα παιδάρι κουτσούβελο μικρότατος μπέμπης πιτσιρίκι κοντός κοντούλης ελάχιστος νήπιο παίδι παιδάκι ελάσσων ανήλικος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μικρούλης της οικογένειας ήθελε παιχνίδια για τα γενέθλιά του.
- Ο μικρούλης σκύλος τρέχει χαρούμενος στο πάρκο.
- Ο μικρούλης σκαντζόχοιρος κουλουριάστηκε μέσα στην παλάμη μου.
- Ο μικρούλης υπάλληλος κατάφερε να επιλύσει το πολύπλοκο πρόβλημα.
- Ο μικρούλης υπολογιστής που αγόρασα χωράει στο σακίδιο.