μαυρίλα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα έντονης μαύρης εμφάνισης ή απουσίας φωτός που προκαλεί σκοτεινότητα.

2. Κατάλοιπο αιθάλης, καπνού ή βρωμιάς που σκοτεινιάζει ή λερώνει επιφάνειες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μαυρίλα του ουρανού προμήνυε βροχή.
  • Επέστρεψε από τις διακοπές με έντονη μαυρίλα.
  • Η μαυρίλα στο δωμάτιο έκανε τη διάθεση βαριά.
  • Η μαυρίλα από την καμινάδα κάλυπτε τα τζάμια.
  • Στα πολιτικά σχόλια επικρατεί μαυρίλα και απαισιοδοξία.