μέρος
ουσιαστικό1. Κάτι που ανήκει σε ένα σύνολο και ξεχωρίζει από το υπόλοιπο λόγω ορίων, λειτουργίας ή χαρακτηριστικών.
2. Θέση ή σημείο σε χώρο ή επιφάνεια.
3. Μερίδιο ή ποσοστό από κάτι που μοιράζεται ή διανέμεται μεταξύ προσώπων ή στοιχείων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μέρος εδώ είναι πολύ ήσυχο.
- Έχω διαβάσει μόνο ένα μέρος του βιβλίου.
- Αυτό το υλικό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κατασκευής.
- Θα πάρει μέρος στον διαγωνισμό αύριο.
- Τα μέρη που επισκέφτηκα το καλοκαίρι ήταν όμορφα.
- Σε πολλά μέρη του κόσμου οι παραδόσεις διαφέρουν.