μέθοδος
ουσιαστικό1. Οργανωμένη σειρά ενεργειών, κανόνων ή διαδικασιών που εφαρμόζεται συστηματικά για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου ή την επίλυση προβλήματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αμεθοδία αταξία ανοργανωσία ακαταστασία προχειρότητα τυχαιότητα χάος χαοτικότητα αυθορμητισμός ασυστασία αναρχία
Παραδείγματα χρήσης
- Η μέθοδος του πειράματος περιγράφει τα βήματα που ακολουθήσαμε.
- Η μέθοδος διδασκαλίας του καθηγητή βοηθά τους μαθητές να κατανοήσουν καλύτερα.
- Για την ανάλυση χρησιμοποιήσαμε μια ειδική μέθοδο.
- Οι μέθοδοι στατιστικής επεξεργασίας βοηθούν στην εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων.
- Αυτή η μέθοδος ψησίματος δίνει τραγανή κρούστα και ζουμερό εσωτερικό.