κωλυσιεργία
ουσιαστικό1. Καθυστέρηση στην εκτέλεση ή ολοκλήρωση μιας ενέργειας, εργασίας ή διαδικασίας, που οδηγεί σε παρατεταμένη αναβολή του αναμενόμενου αποτελέσματος.
Συνώνυμα
καθυστέρηση αργοπορία ολιγωρία βραδύτητα αναβλητικότητα βραδυπορία επιβράδυνση παρακώλυση αναβολή υστέρηση αδράνεια οκνηρία απραξία κολλήμα μπλοκάρισμα τεμπελιά νωθρότητα αεργία
Αντώνυμα
αμεσότητα ταχύτητα έγκαιρότητα σπουδή σπευστικότητα σβελτάδα επιτάχυνση δραστηριότητα επιμέλεια απόδοση ομαλότητα αποτελεσματικότητα προθυμία ενεργητικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κωλυσιεργία του υπαλλήλου στην υποβολή της αναφοράς καθυστέρησε ολόκληρο το έργο.
- Η κωλυσιεργία στην έκδοση της άδειας εμπόδισε την έναρξη των κατασκευών.
- Οι πολίτες κατήγγειλαν την κωλυσιεργία των δικαστηρίων ως παραβίαση του δικαιώματος σε έγκαιρη απονομή δικαιοσύνης.
- Η κωλυσιεργία στη λήψη αποφάσεων από τη διοίκηση ήταν σκόπιμη για να καθυστερήσει την αλλαγή πολιτικής.
- Μετά από μήνες κωλυσιεργίας, οι επενδυτές αποφάσισαν να αποσυρθούν.