κρίνω

ρήμα

1. Διαμορφώνω άποψη ή εκτίμηση για την αξία, την ποιότητα, τη συμπεριφορά ή τη σκοπιμότητα ενός προσώπου, αντικειμένου ή πράξης με βάση στοιχεία, κριτήρια ή εντυπώσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν κρίνω τους άλλους χωρίς να γνωρίζω την ιστορία τους.
  • Μετά την εξέταση, κρίνω απαραίτητη την επέμβαση.
  • Από τα στοιχεία, κρίνω ότι έχει δίκιο.
  • Ως δικαστής, κάθε μέρα κρίνω υποθέσεις.
  • Είναι δύσκολο να κρίνω αντικειμενικά σε συναισθηματικές καταστάσεις.