κοπελίτσα
ουσιαστικό1. Μικρή ή νεαρή γυναίκα, που δηλώνεται με υποκοριστική μορφή.
2. Αναφορά σε γυναίκα με τρυφερότητα, οικειότητα ή στοργή, συχνά υπονοώντας νεότητα ή ευαισθησία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κοπελίτσα παίζει στο πάρκο με τα άλλα παιδιά.
- κοπελίτσα, έλα κοντά να σε αγκαλιάσω.
- Βοήθησα την κοπελίτσα να περάσει το δρόμο.
- Μην υποτιμάς την κοπελίτσα, ξέρει περισσότερα απ' ό,τι νομίζεις.
- Τι όμορφη κοπελίτσα!