κλάση
ουσιαστικό1. Ομάδα μαθητών που διδάσκονται μαζί σε σχολείο ή άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα.
2. Κατηγορία ή σύνολο αντικειμένων, εννοιών ή προσώπων που έχουν κοινά χαρακτηριστικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κλάση των μαθητών παρουσίασε το πρότζεκτ της στο αμφιθέατρο.
- Στον προγραμματισμό, η κλάση ορίζει τις ιδιότητες και τις μεθόδους ενός αντικειμένου.
- Η κλάση των θηλαστικών περιλαμβάνει είδη όπως ο άνθρωπος και οι φάλαινες.
- Η κλάση των εργατών διεκδίκησε καλύτερους μισθούς.
- Η παρουσίασή της είχε κλάση και κέρδισε το ενδιαφέρον του κοινού.