κατατροπώνω

ρήμα

1. Νικώ ολοκληρωτικά έναν αντίπαλο σε μάχη, αγώνα ή σύγκρουση, προκαλώντας αμετάκλητη ήττα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο στρατός κατατροπώνει τις δυνάμεις του εχθρού στην πεδιάδα.
  • Εγώ κατατροπώνω τους αντιπάλους κάθε φορά στο τουρνουά.
  • Με το επιχείρημα αυτό η Μάρθα κατατροπώνει κάθε αντίρρηση.
  • Χθες τους κατατροπώσαμε στον αγώνα με σκορ 5-0.
  • Η νέα τεχνολογία κατατροπώνει τα παλιά συστήματα σε ταχύτητα και αξιοπιστία.