καταγγελία
ουσιαστικό1. Δήλωση προς αρμόδια αρχή, φορέα ή πρόσωπο που αναφέρει παράβαση, παράπτωμα, κακοποίηση ή άλλη δυσλειτουργία, με αίτημα διερεύνησης ή λήψης διορθωτικών μέτρων.
Συνώνυμα
αναφορά μήνυση έγκληση κατηγορία ακύρωση διακοπή λήξη αναίρεση διαμαρτυρία τερματισμός ένσταση κατακραυγή παράπονο δήλωση ανακοίνωση δημοσιοποίηση ενημέρωση κατάργηση καρφί κάρφωμα ρουφιανιά κράξιμο πυρά κριτική διάλυση μαρτυρία μουρμούρα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υποβλήθηκε καταγγελία στην αστυνομία για κλοπή.
- Η καταγγελία της εργοδοτικής αυθαιρεσίας οδήγησε σε επίσημη έρευνα.
- Η εταιρεία προχώρησε στην καταγγελία της σύμβασης συνεργασίας.
- Πολλοί πολίτες υπέβαλαν καταγγελίες για παράνομη απόρριψη απορριμμάτων.
- Κατέθεσε καταγγελία στην επιθεώρηση εργασίας για απλήρωτες υπερωρίες.