καταγγέλλω

ρήμα

1. Αναφέρω επίσημα ή δημόσια παράνομη, ανάρμοστη ή επιβλαβή συμπεριφορά ή πράξη σε αρμόδιες αρχές ή στο κοινό, ζητώντας έρευνα, τιμωρία ή παρέμβαση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δημόσια καταγγέλλω τις ρατσιστικές συμπεριφορές που παρατηρήθηκαν στην εκδήλωση.
  • Καταγγέλλω τον υπάλληλο στις αρχές για οικονομική απάτη.
  • Με την παρούσα επιστολή καταγγέλλω τη σύμβασή μου λόγω μονομερούς παραβίασης όρων.
  • Καταγγέλλω την παράνομη ρύπανση του ποταμού στο δημοτικό συμβούλιο.
  • Σε τηλεφωνική συνέντευξη καταγγέλλω τις πιέσεις που δεχτήκαμε από το διοικητικό συμβούλιο.