κακοποίηση
ουσιαστικό1. Εσκεμμένη ή συστηματική συμπεριφορά που προκαλεί σωματική, ψυχολογική, σεξουαλική ή οικονομική βλάβη σε άτομο ή ζώο, περιορίζοντας την αυτονομία, την ασφάλεια ή την ευημερία του.
Συνώνυμα
κακομεταχείριση βία κατάχρηση εκμετάλλευση παραμέληση παρενόχληση ξυλοδαρμός βασανισμός βιασμός καταπίεση αγριότητα αδικία βιαιότητα εκφοβισμός ξύλο εξευτελισμός ταπείνωση προσβολή σαδισμός ωμότητα βανδαλισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κακοποίηση των παιδιών έχει μακροχρόνιες συνέπειες.
- Πρέπει να μιλήσουμε ανοιχτά για την κακοποίηση στο οικογενειακό περιβάλλον.
- Η κακοποίηση των ζώων είναι ποινικό αδίκημα.
- Η ψυχολογική κακοποίηση πολλές φορές είναι πιο ύπουλη από τη σωματική.
- Οι εργαζόμενοι μήνυσαν τον εργοδότη για κακοποίηση και εκμετάλλευση.