καινούριος
επίθετο1. Που δεν έχει προηγούμενη χρήση ή φθορά και βρίσκεται στην αρχική του κατάσταση και εμφάνιση.
2. Που έχει προκύψει, κατασκευαστεί ή αποκτηθεί πρόσφατα σε χρονικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
νέος καινούργιος καινός καινουργής πρόσφατος νεότερος νεότατος νεοφερμένος νεοεισερχόμενος νεόκοπος πρωτοετής πρωτόγνωρος φρέσκος αχρησιμοποίητος άφθαρτος νεοσύστατος νεόδμητος πρωτοεμφανιζόμενος καινούπιος νεωτερικός πρωτάρης σύγχρονος νεωτεριστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αγόρασα ένα καινούριο αυτοκίνητο.
- Η Μαρία είναι η καινούρια συνάδελφος στο γραφείο.
- Οι καινούριοι γείτονές μας έφεραν γλυκά.
- Αυτό το πρόβλημα είναι καινούριο για μένα, δεν το έχω ξανασυναντήσει.
- Βγήκε καινούρια αναβάθμιση για το πρόγραμμα.
- Φόρεσε τη καινούρια τσάντα χθες.