νεότερος
επίθετο1. Που έχει μικρότερη ηλικία σε σύγκριση με κάποιο άλλο πρόσωπο ή πράγμα.
2. Που ανήκει σε μεταγενέστερη χρονική περίοδο ή σε μεταγενέστερη έκδοση, μορφή ή κατάσταση σε σχέση με κάτι άλλο.
Συνώνυμα
νεώτερος μικρότερος πρόσφατος καινούριος καινούργιος σύγχρονος μεταγενέστερος τελευταίος φρέσκος υστερότερος σημερινός νεωτερικός
Αντώνυμα
παλαιότερος παλιότερος μεγαλύτερος γηραιός πρεσβύτερος αρχαίος παρωχημένος παλαιός παλιός προηγούμενος προγενέστερος αρχαιότερος παμπάλαιος παλιά παλαιότατος ηλικιωμένος αναχρονιστικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι ο νεότερος στην τάξη.
- Η νεότερη έρευνα δείχνει διαφορετικά αποτελέσματα.
- Το νεότερο κινητό έχει βελτιωμένη κάμερα.
- Οι νεότεροι έχουν μεγαλύτερη εξοικείωση με την τεχνολογία.
- Οι νεότερες μέθοδοι θεραπείας αποδίδουν καλύτερα.