καημένος

επίθετο

1. Που προκαλεί ή εκφράζει λύπη και οίκτο για κάποιον που υποφέρει ή βρίσκεται σε δυσχερή θέση.

2. Που χαρακτηρίζει άτομο σε κατάσταση ατυχίας, ταλαιπωρίας ή στενοχώριας, με έντονο συναισθηματικό τόνο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καημένος γέρος περιπλανιόταν στην πλατεία.
  • Λυπήθηκα την καημένη που έχασε τη δουλειά της.
  • Μην κοροϊδεύεις τον καημένο, έχει ήδη αρκετά προβλήματα.
  • Το καημένο αυτοκίνητο δεν ξεκίνησε απόψε.
  • Οι καημένοι εργάτες δουλεύουν με χαμηλούς μισθούς.
  • Μα τι έκανε ο καημένος για να τον κατηγορούν έτσι;