ιδιόμορφος

επίθετο

1. Που παρουσιάζει χαρακτηριστικά ή μορφές που αποκλίνουν από τα συνηθισμένα ή από ό,τι συνήθως αναμένεται.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ιδιόμορφος τρόπος του να γελάει έκανε όλους να χαμογελούν.
  • Η ιδιόμορφη αρχιτεκτονική του κτιρίου τράβηξε τα βλέμματα.
  • Το φαινόμενο ήταν αρκετά ιδιόμορφο για να τραβήξει την προσοχή των επιστημόνων.
  • Οι ιδιόμορφοι κανόνες της εταιρείας δημιουργούν σύγχυση στους νέους υπαλλήλους.
  • Τα ιδιόμορφα χρώματα του πίνακα δίνουν ξεχωριστή ατμόσφαιρα.
  • Οι ιδιόμορφες αντιδράσεις του κοινού εξέπληξαν τους διοργανωτές.